Γιατί αδυνατούμε να αδυνατίσουμε;

30.4.2018

 

«Παχυσαρκία», «πάχυνα», «υπερβάλλον βάρος», «γιατί παχαίνω». Λέξεις και εκφράσεις που κυριαρχούν στο καθημερινό μας λεξιλόγιο, είναι σημαντικό θέμα συζήτησης και αποτελούν μεγάλο παράγοντα ψυχολογικής επιβάρυνσης για πολλούς ανθρώπους.

 

Σε μια χώρα που απολαμβάνει την τρίτη θέση ευρωπαϊκά και την δωδέκατη θέση παγκοσμίως στην ανδρική παχυσαρκία (μελέτες 2010) και, με μεγάλη μας λύπη, την πρώτη θέση παγκοσμίως στην παιδική παχυσαρκία (μελέτη 2011), δεν είναι να απορεί κανείς που είναι ένα τόσο μείζων θέμα. Η παχυσαρκία θεωρείται η επιδημία του 21ου αιώνα και όχι άδικα. Είναι μια πολύπαραγοντική νόσος και εξαρτάται από πολλές αιτίες, συντηρείται μανιωδώς τόσο από τη βιομηχανία τροφίμων και τις φαρμακοβιομηχανίες όσο και από τους ίδιους τους παχύσαρκους στην πλειοψηφία τους και έχει σοβαρότατες συνέπειες τόσο στην υγεία όσο και στην ψυχολογία μας.

 

Γιατί παχαίνουμε;

 

Πολύ καλή ερώτηση, όμως η απάντηση δεν είναι τόσο απλή, ούτε μονολεκτική. Σε μια εποχή αφθονίας, βιώνουμε το τίμημα αυτής της αφθονίας: πεθαίνουμε από τις επιπτώσεις της.

 

Υπάρχουν πολλές αιτίες που βοηθούν να αυξήσουμε το βάρος μας. Αυτές είναι:

 

  • Μειωμένη σωματική δραστηριότητα

  • Καθιστική ζωή/ εργασία

  • Άτακτα εργασιακά ωράρια

  • Υιοθέτηση λανθασμένων διατροφικών συνηθειών από την οικογένεια

  • Κατανάλωση μεγάλων μερίδων fast food

  • Διαφημίσεις τροφίμων

  • Άγχος

  • Συναισθηματική υπερφαγία

  • Γενετικοί παράγοντες

  • Φαρμακευτική αγωγή (πχ. κορτικοστεροειδή, αντικαταθλιπτικά, αντιεπιληπτικά)

  • Διάφορες ασθένειες με ορμονικό υπόβαθρο (πχ πολυκυστικές ωοθήκες, υποθυρεοειδισμός, σύνδρομο Cushing κα).

Όπως είναι φανερό, στις περισσότερες περιπτώσεις μπορούμε, αν θέλουμε, να έχουμε τον απόλυτο έλεγχο για το αν και πόσο θα επηρεαστεί το σωματικό μας βάρος.

 

Επομένως, η καταλληλότερη ερώτηση δεν είναι «Γιατί παχαίνουμε», αλλά «Γιατί αδυνατούμε να αδυνατίσουμε».

 

Οι άνθρωποι που επισκέπτονται τον διαιτολόγο, ψάχνουν συνήθως να βρουν αιτίες έξω από τον εαυτό τους και, συχνά, εύκολες και μαγικές λύσεις. Όσο και να θέλουμε να αλλάξουμε αυτή τη νοοτροπία, η βιομηχανία της μόδας και του lifestyle επιμένει: «Χάσε 5 κιλά σε 2 εβδομάδες», «η δίαιτα της [τάδε γνωστής περσόνας]», «Τα 10 βήματα για το σώμα των ονείρων σου». Με αυτόν τον τρόπο δυσκολεύονται να κατανοήσουν ότι το κλειδί για ένα υγιές σώμα και πνεύμα βρίσκεται μέσα τους, όχι κάπου έξω και πρέπει να ψάξουν να το βρουν.

 

Θανατηφόροι συνδυασμοί τροφίμων

 

Υπάρχουν κάποιοι συνδυασμοί που έχουν αποδειχθεί ότι οδηγούν σε ανεπιθύμητα αποτελέσματα, είτε για την υγεία, είτε για την ευεξία, είτε για την ίδια μας τη ζωή. Τα πιο συνηθισμένα είναι:

 

  • Όσπρια μαζί με άγχος

  • Ζυμαρικά μαζί με συναισθηματική φόρτιση (στενοχώρια, μελαγχολία κτλ)

  • Ψάρι και κρέας μπροστά στην τηλεόραση

  • Φρούτα και λαχανικά χωρίς τη συνοδεία φυσικής δραστηριότητας

  • Μεσημεριανό ή/και σνακ στην εργασία σε στρεσογόνο περιβάλλον (διαβάζοντας τα emails, προσπαθώντας να προλάβουμε το deadline, μιλώντας στο τηλέφωνο)

  • Καφές μαζί με τσιγάρο (όχι, ο καφές από μόνος του δεν είναι θανατηφόρος)

Υπάρχει τόση παραπληροφόρηση στο θέμα της ισορροπημένης διατροφής, που ακόμα και η ίδια η λέξη «διατροφή» έχει καταλήξει να έχει μια αρνητική ή ναζιστική χροιά. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ξέρουν καν ποιο είναι το μέγεθος του στομαχιού τους και παρόλ’ αυτά, αναρωτιούνται αν φταίνε οι «θανατηφόροι» ή οι «κακοί» συνδυασμοί τροφίμων που κάνουν και παχαίνουν.

 

Το μέγεθος (της μερίδας) μετράει, το ξέρουμε πια, είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο. Το περιβάλλον στο οποίο τρώμε επίσης παίζει ρόλο. Κι αυτό είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο. Η συναισθηματική μας κατάσταση παίζει, ίσως, τον πιο σημαντικό ρόλο- γι’ αυτό και έχουν αναπτυχθεί, δυστυχώς, σε τέτοιο βαθμό οι διαταραχές τροφών (τόσο σε κλινικό επίπεδο όσο και στον μέσο «υγιή» πληθυσμό).

 

ΝΑΙ, υπάρχουν τρόφιμα που φαίνεται να έχουν οπιοειδή δράση (πχ ζάχαρη) και κάποια είδη αμύλου, υπάρχει το συναισθηματικό φαγητό και το στρες (ειδικά σε περιόδους οικονομικής κρίσης, όπου παρατηρείται η αύξηση των επιλογών του fast food), υπάρχει έλλειψη χρόνου για συστηματική φυσική δραστηριότητα και ΝΑΙ, υπάρχει η επιλογή να κάνουμε κάτι γι’ αυτό. Δυστυχώς, δεν υπάρχει μαγική δίαιτα ή το μαγικό ραβδάκι για την αλλαγή του σώματος (χωρίς παρενέργειες, έστω), όμως υπάρχει όντως κάτι μαγικό: η αλλαγή των διατροφικών συνηθειών μας.

 

Η αλλαγή δεν μπορεί να είναι μόνιμη, εξ ορισμού.

 

Όπως και οι περισσότερες αλλαγές συνηθειών, χρειάζονται αρκετό χρόνο, φροντίδα, πολύ καλό σχεδιασμό και επιμονή για να γίνουν πραγματικότητα και μόνιμες. Πάλι εδώ ενέχεται μια παγίδα: το οξύμωρο του σχήματος «μόνιμη αλλαγή». Η αλλαγή δεν μπορεί να είναι μόνιμη, εξ ορισμού. Η συνήθεια μπορεί να αλλάξει μόνιμα. Αυτό που χρειάζεται από εμάς τους ίδιους, είναι η αναγνώριση της παρούσας κατάστασης που θέλουμε να αλλάξει, τα βήματα που απαιτούνται για να αλλάξει καθώς και η συνειδητοποίηση ότι το φαγητό είναι μια ιεροτελεστία, μια καθημερινή πράξη αγάπης και φροντίδας ως προς τον εαυτό μας. Αν είναι πηγή (επιπλέον) άγχους και στενοχώριας ή, στο άλλο άκρο, στερητικής συμπεριφοράς, τότε το μόνο σίγουρο είναι η διαταραχή της διάθεσής μας και της σχέσης μας με τον εαυτό μας, η διαιώνιση της προβληματικής μας σχέσης με το φαγητό και η άρνηση της αλλαγής του σώματός μας. Έχουμε συνηθίσει να μας βλέπουμε με το σώμα που δεν θέλουμε.

 

Το σώμα μας μάς «μιλάει», αν μάθουμε τη γλώσσα του.

 

Η «καλή ζωή», κατά τον Αριστοτέλη, δηλαδή η «ευτυχισμένη ζωή», αποτελεί υπόδειγμα ευεξίας και υγείας, σε όλα τα επίπεδα του οργανισμού μας: πνευματικά, σωματικά, ψυχικά. Αυτή είναι μια αέναη σπείρα εξέλιξης και δημιουργίας, όπου μαθαίνουμε να αναγνωρίζουμε πρωτίστως και, στη συνέχεια, να ελέγχουμε τις παρορμήσεις μας, να κατανοούμε την εσωτερική επικοινωνία με το σώμα μας, να τροφοδοτούμε με τα καλύτερα και αγνότερα υλικά την ψυχή μας. Όλο το σύστημα δουλεύει αρμονικά και συνδυαστικά για να μπορέσουμε να έχουμε αυτό που θέλουμε.

 

Πόσο συνειδητοί είμαστε για τον οργανισμό μας, πόσο καθαρά είναι τα κανάλια επικοινωνίας μας, εσωτερικά και εξωτερικά, για να καταλάβουμε αυτή τη γλώσσα;

 

Το ευερέθιστο έντερο ή η δυσκοιλιότητα, η καρδιοπάθεια, η υπέρταση, ο διαβήτης είναι λίγες μόνο από τις κλινικές επιπτώσεις της κακής θρέψης και της παχυσαρκίας. Το σώμα μας μάς «μιλάει», αν μάθουμε τη γλώσσα του. Το έντερο, που θεωρείται από πολλούς επιστήμονες «η δεύτερη καρδιά», είναι ίσως το πρώτο και πιο τρανταχτό παράδειγμα επικοινωνίας. Η καρδιά επίσης έχει κώδικα επικοινωνίας, απλό και κατανοητό. Πόσο συνειδητοί είμαστε για τον οργανισμό μας, πόσο καθαρά είναι τα κανάλια επικοινωνίας μας, εσωτερικά και εξωτερικά, για να καταλάβουμε αυτή τη γλώσσα; Πόσο ακονισμένες είναι οι αισθήσεις μας, μέσω των οποίων αντιλαμβανόμαστε τα σημάδια; Πόσο έλεγχο έχουμε στο μυαλό μας, για να καταλάβουμε πότε αντιστέκεται στην επικείμενη αλλαγή που θέλουμε να κάνουμε λόγω φόβου ή άγνοιας και όχι από πραγματική προστασία;

 

Τα (πολύ) καλά νέα είναι ότι μπορούμε πια να εκπαιδεύσουμε πλήρως και συνεχώς τον εαυτό μας σε έναν ανοιχτό διάλογο με το σώμα μας, μέσα σε κλίμα αγάπης, αποδοχής και ενσυναίσθησης. Άλλωστε, είναι ο Ναός μας.

 

Της συναδέλφου Βάσια Μανίκα

Πηγή

Please reload

Δημοφιλή άρθρα

Τσιμπολόγημα και λιγούρες; Αντιμετωπίστε τα

1/10
Please reload

Πρόσφατα άρθρα
Please reload